άστριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άστριος άστριοι
γενική αστρίου
& άστριου
αστρίων
& άστριων
αιτιατική άστριο αστρίους
& άστριους
κλητική άστριε άστριοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άστριος < αρχαία ελληνική ἄστριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άστριος αρσενικό

  • (γεωλογία) ομάδα διαφόρων τηκτοπυριτικών ορυκτών με διάφορη σύσταση (πυρίτιο, άργιλος κ.λπ.), που διακρίνεται σε δύο υποομάδες: Τους αλκαλιούχους αστρίους και τα πλαγιόκλαστα
    Μια νέα έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει προηγούμενα ευρήματα που δείχνουν ότι η «μαγική» πέτρα που αναφέρεται στους σκανδιναβικούς μύθους ότι καθοδηγούσε τους Βίκινγκ στα ταξίδια τους είναι υπαρκτή. Πρόκειται για τον καλσίτη (ή άστριο) έναν κρύσταλλο που γίνεται φωτεινός ανάλογα με την θέση του Ήλιου και λειτουργούσε έτσι σαν πυξίδα για τους ναυτικούς. (*)
    Η εταιρεία καλύπτει τις ανάγκες της ελληνικής βιομηχανίας ειδών υγιεινής, πλακιδίων, γυαλιού, πορσελάνης και εξειδικευμένων δομικών υλικών σε άστριο και χαλαζία και παράλληλα πραγματοποιεί εξαγωγές. (*)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]