άργιλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άργιλος άργιλοι
γενική αργίλου αργίλων
αιτιατική άργιλο αργίλους
κλητική άργιλε άργιλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άργιλος < αρχαία ελληνική ἄργιλος / ἄργιλλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άργιλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένυδρα αργιλιούχα φυλλοπυριτικά πετρώματα που περιέχουν διάφορες ποσότητες μετάλλων, μεταλλικών οξειδίων και οργανικών ενώσεων, πηλός

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]