πυρίτιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρίτιο < (η λέξη μαρτυρείται από το 1873) πυρίτης (λίθος), (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική silicon

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρίτιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το πυρίτιο
      γενική του πυριτίου
& πυρίτιου
    αιτιατική το πυρίτιο
     κλητική πυρίτιο
Παράρτημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]