ίσια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίσια < από το ίσια, τον πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου ίσιος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ίσια και πιο λαϊκά ίσα (επίρρημα)

  1. ευθεία
    τον είδα να προχωρά ίσια προς το γκρεμό
    Κόψ' το 'ίσια το ύφασμα
  2. ευθέως
    θα στο πω στα ίσια: μένω στα Πατήσια
    Τη ρώτησε έτσι απλά και ίσια. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  3. μέχρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ίσια ουδέτερο και θηλυκό

  1. ίσια, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού του ουδετέρου
  2. ίσια, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού του θηλυκού