αβάζι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάζι αβάζια
γενική αβαζιού αβαζιών
αιτιατική αβάζι αβάζια
κλητική αβάζι αβάζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάζι < τουρκική avaz < περσική آواز (âvâz - φωνή, ήχος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάζι ουδέτερο

(παρωχημένο)
  1. φωνή
  2. κραυγή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]