αβδέλλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβδέλλα αβδέλλες
γενική αβδέλλας αβδελλών
αιτιατική αβδέλλα αβδέλλες
κλητική αβδέλλα αβδέλλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβδέλλα < ἀβδέλλα < α- προτακτικό + βδέλλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβδέλλα θηλυκό

  • παλαιότερος, λαϊκός τύπος της λέξης βδέλλα, όπου το α είχε την έννοια του κοίτα ή "να μία" βδέλλα
  • ασθένεια που προσέβαλε πρόβατα και άλλα ζώα, κατά την οποία παράσιτο που είχε σχήμα φύλλου πρίνου, προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στους πνεύμονες -κατά μία εκδοχή συνώνυμο της κλαπάτσας

δείτε τη λέξη: βδέλλα