αγγειόσπερμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγγειόσπερμα
γενική αγγειόσπερμων
αιτιατική αγγειόσπερμα
κλητική αγγειόσπερμα
Σχηματική παρουσίαση του αγγειόσπερμου φυτού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγειόσπερμα < αγγείο + -ο- + σπέρμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγειόσπερμα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • (βοτανική) η μεγαλύτερη συνομοταξία του φυτικού βασιλείου (angiospermae) και η σημαντικότερη από τις δύο υποδιαιρέσεις των φυτών (η άλλη είναι τα γυμνόσπερμα), που σήμερα περιλαμβάνουν το 85% των φυτών που υπάρχουν στη γη. Είναι ανώτερα φυτά καθώς έχουν εμφανή σπόρια και εντυπωσιακά τις περισσότερες φορές άνθη. Χωρίζονται σε μονοκοτυλήδονα και δικοτυλήδονα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]