Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγελαδοτρόφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αγελαδοτρόφος οι αγελαδοτρόφοι
      γενική του/της αγελαδοτρόφου των αγελαδοτρόφων
    αιτιατική τον/την αγελαδοτρόφο τους/τις αγελαδοτρόφους
     κλητική αγελαδοτρόφε αγελαδοτρόφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγελαδοτρόφος < αγελάδ(α) + -ο- + -τρόφος[1] (τρέφω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝe.la.ðoˈtɾo.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγελαδοτρόφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγελαδοτρόφος αρσενικό ή θηλυκό

  • (επάγγελμα) που εκτρέφει αγελάδες
      Δεν λειτουργεί ισότιμα στις ελεύθερες και κατεχόμενες περιοχές, ο Κανονισμός για το χαλούμι ΠΟΠ, δηλώνουν οι αγελαδοτρόφοι, οι οποίοι θα ζητήσουν απαντήσεις για το θέμα τόσο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Ενωση, υποστηρίζοντας πως μειώνονται οι εξαγωγές τους αλλά και η εισαγωγή συναλλάγματος.
    Αγελαδοτρόφοι: Δεν λειτουργεί ισότιμα ο Κανονισμός για χαλλούμι ΠΟΠ, kathimerini.com.cy, 18 Σεπτεμβρίου 2021

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]