αγκουσεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκουσεύω < αγκούσα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγκουσεύω

  1. (ενεργ.) κάνω κάποιον να στενοχωρηθεί
  2. (μεσ.) αισθάνομαι αναπνευστική δυσφορία, ανασαίνω με δυσκολία
  3. (μεσ.) στενοχωριέμαι, υποφέρω

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]