Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγοραστική δύναμη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγοραστική δύναμη (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική purchasing power[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣo.ɾa.stiˈci ˈði.na.mi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγοραστική δύναμη

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

αγοραστική δύναμη θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αγοραστικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)