αδυνάτισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αδυνάτισμα τα αδυνατίσματα
      γενική του αδυνατίσματος των αδυνατισμάτων
    αιτιατική το αδυνάτισμα τα αδυνατίσματα
     κλητική αδυνάτισμα αδυνατίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδυνάτισμα < αδυνατίζω < αδύνατος < α- στερητικό + δυνατός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδυνάτισμα ουδέτερο

  • το χάσιμο βάρους, το να γίνεται κανείς πιο αδύνατος, πιο λεπτός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]