αθήρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αθήρωμα αθηρώματα
γενική αθηρώματος αθηρωμάτων
αιτιατική αθήρωμα αθηρώματα
κλητική αθήρωμα αθηρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθήρωμα < ελληνιστική κοινή ἀθήρωμα < ἀθήρα / ἀθήρη < αρχαία ελληνική ἀθάρη ((σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική atheroma (ίδια σημασία) < λατινική atheroma < ελληνιστική κοινή ἀθήρωμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθήρωμα ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]