αιθαλομίχλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιθαλομίχλη αιθαλομίχλες
γενική αιθαλομίχλης αιθαλομιχλών
αιτιατική αιθαλομίχλη αιθαλομίχλες
κλητική αιθαλομίχλη αιθαλομίχλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιθαλομίχλη < αιθάλη + -ο- + ομίχλη ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) smog < smoke + fog)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.θa.lɔ.ˈmi.xli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιθαλομίχλη θηλυκό

  • επιβλαβές νέφος από σωματίδια και αέρια· φαινόμενο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που παρατηρείται στις μεγαλουπόλεις, το οποίο προκαλείται από την καύση ξύλου ή κάρβουνου.
    Αν για παράδειγμα το υπουργείο Περιβάλλοντος εκδώσει ανακοίνωση τέσσερις ημέρες το μήνα, με την οποία προειδοποιεί ότι οι συνθήκες ευνοούν τη δημιουργία νέφους αιθαλομίχλης και ζητά τον περιορισμό της χρήσης τζακιών, από το λογαριασμό των δικαιούχων κοινωνικού τιμολογίου θα αφαιρείται το ποσό της κατανάλωσης ρεύματος. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]