αιματοχυσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιματοχυσία οι αιματοχυσίες
      γενική της αιματοχυσίας των αιματοχυσιών
    αιτιατική την αιματοχυσία τις αιματοχυσίες
     κλητική αιματοχυσία αιματοχυσίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιματοχυσία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιματοχυσία θηλυκό

  1. η απώλεια ζωών σε μεγάλη κλίμακα, η σφαγή
    νέα αιματοχυσία σε τρομοκρατικές επιθέσεις στο Ιράκ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]