ακατασκεύαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακατασκεύαστος ακατασκεύαστη ακατασκεύαστο
γενική ακατασκεύαστου ακατασκεύαστης ακατασκεύαστου
αιτιατική ακατασκεύαστο ακατασκεύαστη ακατασκεύαστο
κλητική ακατασκεύαστε ακατασκεύαστη ακατασκεύαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακατασκεύαστοι ακατασκεύαστες ακατασκεύαστα
γενική ακατασκεύαστων ακατασκεύαστων ακατασκεύαστων
αιτιατική ακατασκεύαστους ακατασκεύαστες ακατασκεύαστα
κλητική ακατασκεύαστοι ακατασκεύαστες ακατασκεύαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατασκεύαστος < ἀκατασκεύαστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακατασκεύαστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει κατασκευαστεί ακόμα
    γίνονται πολλά ατυχήματα στο ακατασκεύαστο τμήμα του δρόμου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]