αλάνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλάνα αλάνες
γενική αλάνας αλανών
αιτιατική αλάνα αλάνες
κλητική αλάνα αλάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλάνα < αλάνι + < τουρκική alan < παλαιοτουρκικά alaŋ < πρωτοτουρκική *ala-n / *ala-ŋ < αραβική عَلَن ("δημόσιος").

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλάνα θηλυκό

  1. υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί
    Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα. (Γιάννης Καιροφύλας, Αναμνήσεις ενός Αθηναίου)
  2. (λαϊκότροπο) θηλυκό του αλάνης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]