αλατώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλατώδης αλατώδης αλατώδες
γενική αλατώδους αλατώδους αλατώδους
αιτιατική αλατώδη αλατώδη αλατώδες
κλητική αλατώδη(ς) αλατώδης αλατώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλατώδεις αλατώδεις αλατώδη
γενική αλατωδών αλατωδών αλατωδών
αιτιατική αλατώδεις αλατώδεις αλατώδη
κλητική αλατώδεις αλατώδεις αλατώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλατώδης < αλάτι + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλατώδης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]