αλεξικέρατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλεξικέρατο τα αλεξικέρατα
      γενική του αλεξικέρατου των αλεξικέρατων
    αιτιατική το αλεξικέρατο τα αλεξικέρατα
     κλητική αλεξικέρατο αλεξικέρατα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλεξικέρατο < αλεξ- (< αρχαία ελληνική ἀλέξω) + κέρατο (μεταφορικά)
Λέξη πλασμένη από τον Εμμανουήλ Ροΐδη (το 1894), με χρήση κυρίως από τον Γιάννη Σκαρίμπα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλεξικέρατο ουδέτερο

αυτός έχει το αλεξικέρατο (δεν κινδυνεύει να τον απατήσει η σύζυγός του)

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Δύσκολον τω όντι ήτο να εύρη καιρόν ν' αγαπήση κανένα η επιχειρούσα τον κόσμον όλον να κατακτήση. Την άμετρον φιλαρέσκειαν της γυναικός μου εσυνείθισα βαθμηδόν να θεωρώ ως ασφάλειαν κατά της μεγάλης συμφοράς, ως είδος τι αλεξικεραύνου, ή, ως θα έλεγεν ο Χαλδούπης, «αλεξικεράτου». Εμμανουήλ Ροΐδης, «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» (1894).
  • Το ποιητικό εγώ με όψη βοϊδάγγελου φανερώνει την ανάγκη του [Σκαρίμπα] για έμπνευση που του δίνει η Μούσα. Έχει ανάγκη τον έρωτα, καθώς και την προσφορά των υπηρεσιών του στην εκλεχτή του: Εγώ δε —βοϊδάγγελος κι' εγώ— πλην «ανεράτης!» … / (σαν —μου— αλεξικέρατο της Μούσας, / ανάγκη, ξενορρίχτρας του έρωτά της / —βοϊδάγγελλαγγιχτής μου ότι ούσας …) […]. Μαρίνα Χριστοδούλου, Στοιχεία ανθρωπογεωγραφίας στο ποιητικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα (μεταπτ. διπλωμ. εργασία, Πανεπιστήμιο Πατρών 2010), σ. [43].
  • Τη σύζυγο πολιορκεί ερωτικά επιφανής δικαστής της πόλης και φίλος του ζεύγους. Εκείνη δείχνει να κολακεύεται. Ο σύζυγος αντιδρά περίεργα: ουδείς λόγος ανησυχίας. Οι με τον «φίλο» τους σχέσεις της γυναίκας του, αντιγράφω τον Σκαρίμπα, θα του προσφέρουν ένα είδος αλεξικέρατου, κερατικήν ανοσίαν. Συμεών Γρ. Σταμπουλού, «Ο Ήχος του κώδωνος και ο “αόρατος θίασος” του Γιάννη Σκαρίμπα», περ. Χρόνος 9 (Ιαν. 2014).

Μεταφράσεις[επεξεργασία]