αλεξι-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλεξι- < αρχαία ελληνική ἀλέξω (αποκρούω, διώχνω)

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

αλεξι- ή αλεξ-

  • σε λόγιες λέξεις ως πρώτο συνθετικό σημαίνει απώθηση, απομάκρυνση κάποιου κακού το οποίο δηλώνεται με το δεύτερο συνθετικό
αλεξιβρόχιο
αλεξιθόρυβος
αλεξίκακος
αλεξικέραυνο
αλεξίλυπος
αλεξίπτωτο
αλεξίπυρος
αλεξίσφαιρος
αλεξίφωτος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]