αλευρόμυλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρόμυλος αλευρόμυλοι
γενική αλευρόμυλου αλευρόμυλων
αιτιατική αλευρόμυλο αλευρόμυλους
κλητική αλευρόμυλε αλευρόμυλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρόμυλος < αλεύρι + μύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρόμυλος αρσενικό

  1. οποιοσδήποτε μύλος (ανεμόμυλος, νερόμυλος ή άλλος) που αλέθει δημητριακά και παράγει αλεύρι
  2. το οίκημα ή η μηχανή που αλέθει και παράγει αλεύρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]