αμαλγαμωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμαλγαμωτικός αμαλγαμωτική αμαλγαμωτικό
γενική αμαλγαμωτικού αμαλγαμωτικής αμαλγαμωτικού
αιτιατική αμαλγαμωτικό αμαλγαμωτική αμαλγαμωτικό
κλητική αμαλγαμωτικέ αμαλγαμωτική αμαλγαμωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμαλγαμωτικοί αμαλγαμωτικές αμαλγαμωτικά
γενική αμαλγαμωτικών αμαλγαμωτικών αμαλγαμωτικών
αιτιατική αμαλγαμωτικούς αμαλγαμωτικές αμαλγαμωτικά
κλητική αμαλγαμωτικοί αμαλγαμωτικές αμαλγαμωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαλγαμωτικός < αμαλγαμώνω + -τικός < αμάλγαμα < γαλλική amalgame < μεσαιωνική λατινική amalgama < αραβική عمل الجماع (ʿamal al-jamāʿa: σαρκική σχέση)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμαλγαμωτικός, -ή, -ό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]