αμάλγαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αμάλγαμα τα αμαλγάματα
      γενική του αμαλγάματος των αμαλγαμάτων
    αιτιατική το αμάλγαμα τα αμαλγάματα
     κλητική αμάλγαμα αμαλγάματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμάλγαμα < (άμεσο δάνειο) γαλλική amalgame < μεσαιωνική λατινική amalgama < αραβική عمل الجماع (ʿamal al-jamāʿa: σαρκική σχέση)[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμάλγαμα ουδέτερο

  1. κράμα υδραργύρου και άλλου μετάλλου
  2. (κατ’ επέκταση) κάθε προϊόν ανάμειξης που συγκεντρώνει τα θετικά χαρακτηριστικά των συστατικών του στοιχείων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. Έχει προταθεί επίσης ότι η μεσαιωνική λατινική λέξη amalgama προέρχεται από την αρχαία ελληνική ἅμα + γαμέω/γαμῶ ή από την αρχαία ελληνική μάλαγμα < μαλάσσω < μαλακός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]