μαλάσσω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλάσσω < αρχαία ελληνική μαλάσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαλάσσω

  1. μαλάζω, κάνω μασάζ σε κάποιον, εντριβή, τον γυμνάζω, του κάνω ή κάνω στον ευατό μου μαλάξεις
    Η άσκηση αυτή μαλάσσει τα εσωτερικά όργανα και τονώνει όλο το πεπτικό
  2. του μαλακώνω την καρδιά
  3. (μεσαιωνική έννοια) τρίβω, μαλάζω όπως και σήμερα, αλλά και επεξεργάζομαι αντικείμενο ή και μια σκέψη


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλάσσω < μαλακός + jω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαλάσσω και μαλάττω

  1. μαλακώνω
  2. καταπραϋνω
  3. (παθητικό) καταπραϋνομαι, γίνομαι μαλακός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]