μάλαξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάλαξη μαλάξεις
γενική μάλαξης
& μαλάξεως
μαλάξεων
αιτιατική μάλαξη μαλάξεις
κλητική μάλαξη μαλάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάλαξη < καθαρεύουσα μάλαξις < ελληνιστική κοινή μάλαξις < μαλάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάλαξη θηλυκό

  1. μασάζ, απαλή πίεση σαν ήπιο ζύμωμα στο μυικό σύστημα
    Ο γιατρός μου σύστησε μαλάξεις με ένα καλό φυσιοθεραπευτή
  2. οι ειδικές πιέσεις που ασκούνται στο θώρακα σε συνδυασμό συνήθως με τεχνητή αναπνοή στην παροχή πρώτων βοηθειών σε επεισόδιο καρδιακής ανακοπής αλλά και οι μαλάξεις καρδιοχειρουργών απ' ευθείας στον καρδιακό μυ, σε ανοιχτό θώρακα
    Δεν ξέρω να κάνω καρδιακές μαλάξεις -φωνάξτε γιατρό!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]