ελαστικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαστικό ελαστικά
γενική ελαστικού ελαστικών
αιτιατική ελαστικό ελαστικά
κλητική ελαστικό ελαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: ελαστικός < γαλλική élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός / ἐλατός < ἐλαύνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.la.sti.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελαστικό ουδέτερο

  1. (τεχνητό ή φυσικό) καουτσούκ, κόμμι
  2. το λάστιχο που περιβάλλει τους τροχούς ενός αυτοκινήτου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ελαστικό