tire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tire (en) και tyre (ΗΒ)

  1. (παρωχημένο) ένδυση
  2. αρχικά, η μεταλλική επένδυση γύρω από έναν ξύλινο τροχό
  3. το λάστιχο, το ελαστικό ενός τροχού



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
tire tires

tire (fr) θηλυκό