tire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tire (en) και tyre (ΗΒ)

  1. (παρωχημένο) ένδυση
  2. αρχικά, η μεταλλική επένδυση γύρω από έναν ξύλινο τροχό
  3. το λάστιχο, το ελαστικό ενός τροχού



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tire tires

tire (fr) θηλυκό