αμπερώριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπερώριο αμπερώρια
γενική αμπερωρίου
& αμπερώριου
αμπερωρίων
& αμπερώριων
αιτιατική αμπερώριο αμπερώρια
κλητική αμπερώριο αμπερώρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπερώριο < αμπέρ + ώρα + -ιο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ampère-heure)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπερώριο ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]