αναβολισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναβολισμός οι αναβολισμοί
      γενική του αναβολισμού των αναβολισμών
    αιτιατική τον αναβολισμό τους αναβολισμούς
     κλητική αναβολισμέ αναβολισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβολισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναβολισμός αρσενικό

  • η λειτουργία του οργανισμού κατά την οποία χρησιμοποιεί τα απλούστερα συστατικά (που προήλθαν από τον καταβολισμό των ουσιών που έχει προσλάβει), για να συνθέσει πολυπλοκότερες ενώσεις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]