αναληπτέος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναληπτέος αναληπτέα αναληπτέο
γενική αναληπτέου αναληπτέας αναληπτέου
αιτιατική αναληπτέο αναληπτέα αναληπτέο
κλητική αναληπτέε αναληπτέα αναληπτέο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναληπτέοι αναληπτέες αναληπτέα
γενική αναληπτέων αναληπτέων αναληπτέων
αιτιατική αναληπτέους αναληπτέες αναληπτέα
κλητική αναληπτέοι αναληπτέες αναληπτέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναληπτέος < αρχαία ελληνική ἀναληπτέον (ἐστί)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναληπτέος, -α, -ο

αναληπτέα δράση (οι ενέργειες που να γίνουν)
αναληπτέο ποσό (χρηματικό ποσό που πρέπει η τράπεζα να δώσει στον καταθέτη που ζητεί να κάνει ανάληψη)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]