ανανεωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανανεωτικός ανανεωτική ανανεωτικό
γενική ανανεωτικού ανανεωτικής ανανεωτικού
αιτιατική ανανεωτικό ανανεωτική ανανεωτικό
κλητική ανανεωτικέ ανανεωτική ανανεωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανανεωτικοί ανανεωτικές ανανεωτικά
γενική ανανεωτικών ανανεωτικών ανανεωτικών
αιτιατική ανανεωτικούς ανανεωτικές ανανεωτικά
κλητική ανανεωτικοί ανανεωτικές ανανεωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανανεωτικός < ανανεώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανανεωτικός

  1. που ανανεώνει φυσικά, συναισθηματικά
    Τα μπάνια στη θάλασσα είναι ανανεωτικά
  2. που αναμορφώνει, μεταρρυθμίζει, φέρνει άνεμο αλλαγής σε έναν φορέα ή που έχει την πρόθεση να προκαλέσει αλλαγές
    Είναι ανανεωτικός και δεν τον αφήνουν να ανεβεί στην ιεραρχία του κόμματος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]