ανανεώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανανεώνω < αρχαία ελληνική ἀνανεόω-ἀνανεῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανανεώνω (παθητικό: ανανεώνομαι)

  1. κάνω κάτι πιο νέο, πιο φρέσκο, πιο ζωηρό, πιο ακμαίο, πιο μοντέρνο
  2. ανανεώνω τη ντουλάπα μου με πιο μοντέρνα ρούχα
    ανανεώνω το γάμο μου με λίγες μέρες διακοπές χωρίς τα παιδιά
  3. δίνω παράταση σε κάτι
    ανανεώνω το μισθωτήριο
    Ανανέωσα την εγγραφή μου στο Πανεπιστήμιο. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  4. .........


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]