αντικαταστάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντικαταστάτης αντικαταστάτες
γενική αντικαταστάτη αντικαταστατών
αιτιατική αντικαταστάτη αντικαταστάτες
κλητική αντικαταστάτη αντικαταστάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντικαταστάτης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντικαταστάτης αρσενικό(θηλυκό αντικαταστάτρια)

  1. αυτός που αντικαθιστά κάποιον άλλο, που τοποθετείτε στη θέση που κατείχε πριν κάποιος άλλος
  2. που αντικαθιστά κάποιον άλλο για μικρό χρονικό διάστημα, ο αναπληρωτής
  3. που αντικαθιστά κάποιον άλλο οριστικά, ο διάδοχος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]