Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντιπατριώτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αντιπατριώτης οι αντιπατριώτες
      γενική του αντιπατριώτη των αντιπατριωτών
    αιτιατική τον αντιπατριώτη τους αντιπατριώτες
     κλητική αντιπατριώτη αντιπατριώτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντιπατριώτης < αντι- + πατριώτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντιπατριώτης αρσενικό

  1. αυτός που δεν διακατέχεται από πατριωτικά αισθήματα
  2. (ειδικότερα) ο προδότης
  3. (μειωτικό) για πολιτικό αντίπαλο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]