ανωδομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανωδομή ανωδομές
γενική ανωδομής ανωδομών
αιτιατική ανωδομή ανωδομές
κλητική ανωδομή ανωδομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανωδομή < άνω + δομή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλικά superstructure)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανωδομή θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]