απαλλοτρίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαλλοτρίωση < αρχαία ελληνική ἀπαλλοτρίωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαλλοτρίωση θηλυκό

  • η ενέργεια με την οποία το δημόσιο, για κοινωφελείς σκοπούς, παίρνει στην κυριότητά του ακίνητη περιουσία ενός ιδιώτη,ακόμα και χωρίς τη συγκατάθεσή του, και τον αποζημιώνει γι' αυτό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]