απαράβαλτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απαράβαλτος η απαράβαλτη το απαράβαλτο
      γενική του απαράβαλτου της απαράβαλτης του απαράβαλτου
    αιτιατική τον απαράβαλτο την απαράβαλτη το απαράβαλτο
     κλητική απαράβαλτε απαράβαλτη απαράβαλτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απαράβαλτοι οι απαράβαλτες τα απαράβαλτα
      γενική των απαράβαλτων των απαράβαλτων των απαράβαλτων
    αιτιατική τους απαράβαλτους τις απαράβαλτες τα απαράβαλτα
     κλητική απαράβαλτοι απαράβαλτες απαράβαλτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαράβαλτος < α- + παραβάλλω + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

απαράβαλτος

  1. (παρωχημένο) απαράμιλλος
    «Κι ο τρίτος ο απαράβαλτος, ολάκριβος της Φήμης, / ο ατρόμητος κυβερνήτης, ο Μέγας Καππαδόκης, / του Χαλεπιού ο πολέμαρχος, των Άδανων ο κύρης. (Κωστής Παλαμάς)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]