αρματαγωγό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρματαγωγό αρματαγωγά
γενική αρματαγωγού αρματαγωγών
αιτιατική αρματαγωγό αρματαγωγά
κλητική αρματαγωγό αρματαγωγά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρματαγωγό < άρμα+άγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρματαγωγό ουδέτερο

  1. Πολεμικό πλοίο κατάλληλο για να μεταφέρει και να αποβιβάζει άρματα μάχης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]