αρμενόφιλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αρμενόφιλος, -η, -ο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρμενόφιλος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αρμενόφιλος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας