αρχικουρσάρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρχικουρσάρος οι αρχικουρσάροι
      γενική του αρχικουρσάρου των αρχικουρσάρων
    αιτιατική τον αρχικουρσάρο τους αρχικουρσάρους
     κλητική αρχικουρσάρε αρχικουρσάροι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχικουρσάρος < αρχι- + κουρσάρος < ιταλική corsaro < μεσαιωνική λατινική cursarius < λατινική cursus < curro < πρωτοϊταλική *korzō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱers- (τρέχω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχικουρσάρος[1] [2] αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. αρχικουρσάρος στο Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. 
  2. αρχικουρσάρος στο Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.