ασκεπής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασκεπής ασκεπής ασκεπές
γενική ασκεπούς ασκεπούς ασκεπούς
αιτιατική ασκεπή ασκεπή ασκεπές
κλητική ασκεπή(ς) ασκεπής ασκεπές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασκεπείς ασκεπείς ασκεπή
γενική ασκεπών ασκεπών ασκεπών
αιτιατική ασκεπείς ασκεπείς ασκεπή
κλητική ασκεπείς ασκεπείς ασκεπή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκεπής < ελληνιστική κοινή ἀσκεπής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασκεπής, -ής, -ές

  1. που δεν φοράει καπέλο ή άλλο κάλυμμα της κεφαλής
  2. που δεν έχει σκεπή (π.χ. οίκημα)
  3. που είναι απροστάτευτος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]