αστεφής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστεφής αστεφής αστεφές
γενική αστεφούς αστεφούς αστεφούς
αιτιατική αστεφή αστεφή αστεφές
κλητική αστεφή(ς) αστεφής αστεφές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστεφείς αστεφείς αστεφή
γενική αστεφών αστεφών αστεφών
αιτιατική αστεφείς αστεφείς αστεφή
κλητική αστεφείς αστεφείς αστεφή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστεφής < αρχαία ελληνική ἀστεφής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αστεφής, -ής, -ές

  1. που δεν φέρει στεφάνι
    Κεφαλή Απόλλωνος αστεφής
  2. που δεν τον έστεψαν επίσημα
    απέκτησε τον τίτλο του αστεφούς βασιλιά
  3. που δεν έχει τιμηθεί γενικά με δάφνες δόξας, δεν του έχουν αναγνωρίσει κάποια σημαντική επιδοση
ούτε αποχωρεί αστεφής από το ποδόσφαιρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]