αστιγματισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστιγματισμός αστιγματισμοί
γενική αστιγματισμού αστιγματισμών
αιτιατική αστιγματισμό αστιγματισμούς
κλητική αστιγματισμέ αστιγματισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστιγματισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστιγματισμός αρσενικό

  1. (ιατρική): πάθηση της όρασης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]