αστιγματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αστιγματικός αστιγματική αστιγματικό
γενική αστιγματικού αστιγματικής αστιγματικού
αιτιατική αστιγματικό αστιγματική αστιγματικό
κλητική αστιγματικέ αστιγματική αστιγματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστιγματικοί αστιγματικές αστιγματικά
γενική αστιγματικών αστιγματικών αστιγματικών
αιτιατική αστιγματικούς αστιγματικές αστιγματικά
κλητική αστιγματικοί αστιγματικές αστιγματικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστιγματικός < γαλλ. astigmate

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αστιγματικός

  1. ο χαρακτηριστικός τού αστιγματισμού ή ο κατάλληλος για τον αστιγματισμός
  2. (για πρόσωπα) που πάσχει από αστιγματισμό

η αδερφή μου είναι αστιγματική και χρειάζεται να φοράει γυαλιά, για να βλέπει καλά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]