αστιγματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστιγματικός αστιγματική αστιγματικό
γενική αστιγματικού αστιγματικής αστιγματικού
αιτιατική αστιγματικό αστιγματική αστιγματικό
κλητική αστιγματικέ αστιγματική αστιγματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστιγματικοί αστιγματικές αστιγματικά
γενική αστιγματικών αστιγματικών αστιγματικών
αιτιατική αστιγματικούς αστιγματικές αστιγματικά
κλητική αστιγματικοί αστιγματικές αστιγματικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστιγματικός < αστιγματισμός + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

αστιγματικός

  1. που έχει σχέση με τον αστιγματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. (για πρόσωπα) που πάσχει από αστιγματισμό
    η αδερφή μου είναι αστιγματική και χρειάζεται να φοράει γυαλιά, για να βλέπει καλά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]