αστιγματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστιγματικός < γαλλ. astigmate

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αστιγματικός

  1. ο χαρακτηριστικός τού αστιγματισμού ή ο κατάλληλος για τον αστιγματισμός
  2. (για πρόσωπα) που πάσχει από αστιγματισμό

η αδερφή μου είναι αστιγματική και χρειάζεται να φοράει γυαλιά, για να βλέπει καλά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]