ατλαζωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατλαζωτός ατλαζωτή ατλαζωτό
γενική ατλαζωτού ατλαζωτής ατλαζωτού
αιτιατική ατλαζωτό ατλαζωτή ατλαζωτό
κλητική ατλαζωτέ ατλαζωτή ατλαζωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατλαζωτοί ατλαζωτές ατλαζωτά
γενική ατλαζωτών ατλαζωτών ατλαζωτών
αιτιατική ατλαζωτούς ατλαζωτές ατλαζωτά
κλητική ατλαζωτοί ατλαζωτές ατλαζωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατλαζωτός < τουρκική atlas < αραβική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατλαζωτός, -ή, -ό



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]