αυθυπέρβαση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυθυπέρβαση | οι | αυθυπερβάσεις |
| γενική | της | αυθυπέρβασης* | των | αυθυπερβάσεων |
| αιτιατική | την | αυθυπέρβαση | τις | αυθυπερβάσεις |
| κλητική | αυθυπέρβαση | αυθυπερβάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυθυπερβάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυθυπέρβαση < αυθ- + υπέρβαση, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self-exceeding[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.fθiˈpeɾ.va.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐θυ‐πέρ‐βα‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυθυπέρβαση θηλυκό
- υπέρβαση του εαυτού, το ξεπέρασμα των αδυναμιών
- ※ Καλούμε την πολιτεία, με μια κίνηση "ανθυπέρβασης" ως προς την ειλικρίνεια των προθέσεών της, να επιληφθεί του προβληματικού αδιεξόδου (εφημερίδα Ριζοσπάστης Λιάνα Κανέλλη, «Πατριδογνωμόνιο», 2010.04.25.)
- ※ O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αυθυπερβατικά (επίρρημα)
- αυθυπερβατικός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυθυπέρβαση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυθ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)