αυθυπέρβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυθυπέρβαση οι αυθυπερβάσεις
      γενική της αυθυπέρβασης
& αυθυπερβάσεως
των αυθυπερβάσεων
    αιτιατική την αυθυπέρβαση τις αυθυπερβάσεις
     κλητική αυθυπέρβαση αυθυπερβάσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυθυπέρβαση < αυθ- + υπέρβαση, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self-exceeding[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.fθiˈpɛɾ.va.si/
συλλαβισμός: αυ‐θυ‐πέρ‐βα‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυθυπέρβαση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.