αυτοφθορισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοφθορισμός αυτοφθορισμοί
γενική αυτοφθορισμού αυτοφθορισμών
αιτιατική αυτοφθορισμό αυτοφθορισμούς
κλητική αυτοφθορισμέ αυτοφθορισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοφθορισμός < αυτο- + φθορισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική autofluorescence)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοφθορισμός αρσενικό

  1. (νεολογισμός) φθορισμός που προκαλείται μόνος του, χωρίς εξωτερική επέμβαση
  2. (οφθαλμολογία) ειδική απεικονιστική οφθαλμολογική εξέταση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]