αυτόμοιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτόμοιος αυτόμοια αυτόμοιο
γενική αυτόμοιου αυτόμοιας αυτόμοιου
αιτιατική αυτόμοιο αυτόμοια αυτόμοιο
κλητική αυτόμοιε αυτόμοια αυτόμοιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτόμοιοι αυτόμοιες αυτόμοια
γενική αυτόμοιων αυτόμοιων αυτόμοιων
αιτιατική αυτόμοιους αυτόμοιες αυτόμοια
κλητική αυτόμοιοι αυτόμοιες αυτόμοια


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτόμοιος < αυτός + όμοιος

Επίθετο[επεξεργασία]

αυτόμοιος (el), , -ο

  • όμοιος με τον εαυτό του
    (μόνη αναφορά) ※ Ουκ άρα ετεροπροσκύνητος η εικών του Χριστού προς αυτόν αλλ' ομοπροσκύνητος, ώς εμφερής τε και αυτόμοιος. (Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, Αντιρρητικός Γ΄ [1])