αχρειόστομος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αχρειόστομος
- (λόγιο, σπάνιο) ο αισχρολόγος, ο αχρειολόγος
- ※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αισχρολόγος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αχρειόστομος
|