αἰδοῖον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἰδοῖον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: αἰδοῖος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἰδοῖον

  1. (κυρίως στον πληθυντικό και έναρθρο: τὰ αἰδοῖα) το γεννητικό όργανο (άνδρα ή γυναίκας), τα απόκρυφα