βάϊς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική βάις βάιδε βάιδες
Γενική βάιδος βαΐδοιν βαΐδων
Δοτική βάιδι βαΐδοιν βάισι
Αιτιατική βάιν βάιδε βάιδας
Κλητική βάι βάιδε βάιδες
ονομαστική πληθυντικού και βάεις
γενική πληθυντικού και βαΐων
δοτική πληθυντικού και βάεσιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάϊς < αρχαία αιγυπτιακά b'j (κοπτικά bai)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάϊς θηλυκό (& βαΐς)

  • (μεταγενέστερη ελληνική ) κλαδί φοίνικα
    κοίτη δὲ αὐτοῖς ἐκ τῶν σπαδίκων τοῦ φοίνικος, ἃς καλοῦσι βάις, ἐπέπλεκτο (Πορφύριος, Περὶ ἀποχῆς ἐμψύχων, 4, 7, 38)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 272